Μενού

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Η ΚΑΒΑΛΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΟΥ!!

                   «Μέκκα του καπνού» και «καπνούπολη των Βαλκανίων» χαρακτηριζόταν παλιά η Καβάλα. Όλη η οικονομία της (πρωτογενής, δευτερογενής και τριτογενής τομέας, δηλαδή καλλιέργεια, επεξεργασία, εμπόριο) και σε μεγάλο βαθμό η ζωή της συνδέθηκε με τον καπνό.
                    Την ιστορική εικόνα της πόλης μπορεί κάποιος ακόμη και να τη … μυρίσει, καθώς περπατά σε λιθόστρωτους δρόμους, ανάμεσα στα εντυπωσιακά πετρόχτιστα καπνομάγαζα, που για περισσότερο από δυο αιώνες φιλοξένησαν μέσα τους άντρες και γυναίκες όλων των ηλικιών και παλαιότερα όλων των εθνοτήτων και θρησκειών, αν αναλογιστεί κάποιος πως η επεξεργασία του καπνού στην Καβάλα ξεκινάει στα 1850, όταν ακόμη η πόλη και ολόκληρη η βόρεια Ελλάδα ήταν μια τουρκοκρατούμενη περιοχή.
                     Η πρώτη ποικιλία του καπνού  καλλιεργήθηκε στην Χρυσούπολη, Γενησέα και Ξάνθη. Οι περιοχές αυτές ήταν γνωστές περιοχές για την καλύτερη ποικιλία καπνού που είχαν γνωστές ως χρυσόφυλλα. Οι άριστες εδαφολογικές συνθήκες και το ιδανικό κλίμα της περιοχής «γέννησαν» την εξαιρετική και περιζήτητη ποικιλία «μπασμάς», προσέλκυσε το ενδιαφέρον ξένων μονοπωλίων και των προμηθευτών τους
                   Η επεξεργασία του καπνού γινόταν στα σπίτια των παραγωγών , απαιτούσε πολλά άτομα και ειδικούς χώρους. Ένα χώρο ευάερο για το <<μπρούλιασμα>>, χώρους για το κρέμασμα του καπνού, χώρους για το παστάλιασμα και μέρος για το <<λόκβα>>. Η αποθήκευση έπρεπε να γίνεται πάντα σε αποθήκες χωρίς ήλιο που βρίσκονταν συνήθως στο υπόγειο.
                  Η ανάπτυξη της καπνοκαλλιέργειας, η επέκταση της στην περιοχή, η φήμη της εξαιρετικής ποιότητας των ανατολικών καπνών, η διεύρυνση των εξαγωγών καθιστούν την Καβάλα πρώτο καπνικό εξαγωγικό κέντρο. Έτσι, δημιουργείται η ανάγκη ανέγερσης πολλών καπναποθηκών (οι περισσότερες κατά μήκος του κόλπου για να μην ξεραίνεται ο καπνός) για την επεξεργασία του, καθώς και η ανοικοδόμηση πολλών κατοικιών. Οι Έλληνες κάτοικοι πνίγονται πια μέσα στα τείχη της πόλης, νιώθουν σαν πολιορκημένοι, αλυσοδεμένοι στη χερσόνησο της Παναγίας , θέλουν να βγουν έξω απ' αυτά, αφού η αναπτυσσόμενη οικονομία το επιτάσσει.
                    Το καπνεργατικό ζήτημα, που είχε δημιουργηθεί από το 1919, οξύνθηκε ακόμη περισσότερο με την ανταλλαγή των πληθυσμών, από το 1922 και μετά. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, εισέρευσαν ομαδικά στην πόλη της Καβάλας και στο Νομό της, πολλαπλάσιοι Έλληνες από τους ανταλλαγέντες Τούρκους. Έτσι, δημιουργήθηκε θέμα επιβίωσης, δηλαδή εργασίας, στέγασης και υγειονομικής περίθαλψης. Η ανεργία διογκώθηκε, με συνέπεια να προκαλείται αναταραχή για την εξασφάλιση κι αυτού ακόμα του ψωμιού. Για την επίλυση, κατά κάποιο τρόπο, του στεγαστικού προβλήματος επιτάχθηκαν τα καπνομάγαζα. Έτσι όμως, δεν υπήρχαν και αποθηκευτικοί χώροι. Ένας φαύλος κύκλος δυσκολιών έζωνε την κυβέρνηση.
                     Η Μικρασιατική καταστροφή με την ομαδική εισροή χιλιάδων προσφύγων στην Ελλάδα, δημιούργησε ακανθώδη προβλήματα σε όλους τους τομείς της ζωής, της οικονομίας, της στέγης, της υγείας, και της ίδιας της επιβίωσης όχι μόνον των προσφύγων, αλλά και των ντόπιων. Ματωμένη η χώρα από πολέμους διαρκείας 10 ετών, έπρεπε να βρει αμέσως τρόπους που θα εξασφάλιζαν εργασία σε όλους, στέγη σε όλους, περίθαλψη σε άνδρες, γυναίκες και παιδιά.
Τα σπίτια του Τουρκικού στοιχείου της ανταλλαγής, δεν κάλυπταν ούτε το ένα τέταρτο από τις στεγαστικές ανάγκες. Δωμάτιο, 4 επί 5, για μία οικογένεια τεσσάρων ατόμων με κοινή κουζίνα που μοιραζόταν σε τρεις ακόμη οικογένειες, συχνά δημιουργούσε προστριβές και τσακώματα. Ήταν που ήταν λιγοστό το νερό στην Καβάλα, ήρθαν και οι πρόσφυγες και η έλλειψη του έγινε ανυπόφορη. Στις κοινόχρηστες βρύσες ουρά οι τενεκέδες για τις ανάγκες της οικογένειας, είτε σε πόσιμο, είτε για πλύσιμο ρούχων, για την καθαριότητα τους.
                       Δραματική ήταν η κατάσταση αυτών που έμεναν στις καπναποθήκες. Οι τεράστιες σάλες τους χωρίσθηκαν με κουβέρτες, σε δήθεν δωμάτια, για να καλύπτουν τα μυστικά των μελών της κάθε οικογένειας από τα αδιάκριτα βλέμματα των άλλων. Τα αποχωρητήρια κοινά έξω από τις καπναποθήκες, σειρά, ουρά,κωμική αναμονή για την πιο σοβαρή ανάγκη του ανθρώπου.
                        Ο υποσιτισμός και η ανεργία, το κρύο του χειμώνα, η φοβερή ζέστη το καλοκαίρι, η ελονοσία, η φυματίωση, (αμείλικτη στην κορυφή των άλλων ασθενειών, συνέπεια της γενικής ανθυγιεινής κατάστασης, με τις πλευρίτιδες, τις περιπνευμονίες, τις ηπατίτιδες) ελλοχεύουν στα σχολεία, στα προαύλια των εκκλησιών, στους τόπους διαμονής των άστεγων, γυμνών πλέον προσφύγων που ήρθαν από ευημερούσες ελληνικές πόλεις, από πλούσια χωριά Χριστιανών στην Ανατολία και τη Ρωσία.
                   Η νοσοκομειακή περίθαλψη ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Το Δημοτικό Νοσοκομείο ήταν τελείως ανεπαρκές, για να δώσει τη στοιχειώδη βοήθεια, ώστε να σωθεί ένας άρρωστος. Η ελονοσία ταλαιπωρούσε τους κατοίκους της περιοχής Χρυσούπολης (του Σαρή Σαμπάν) -όπου όπως έλεγαν, ο Σουλτάνος έστελνε τους αντιπάλους του για να τους εξοντώσει με την αρρώστια- και των Τεναγών των Φιλίππων με τα απέραντα έλη τους, γεννήτριες της νόσου της φυματίωσης που οδηγούσε τελικά στο θάνατο, με την εξασθένιση του οργανισμού.
                    Ο φυματικός ήταν ο απόβλητος της κοινωνίας. Τον απέφευγαν οι φίλοι του, οι συνάδελφοι του. Φοβόντουσαν ακόμη και να τον χαιρετήσουν. Έχανε την δουλειά του, γίνονταν αντικοινωνικός, δε θα τον αδικούσαμε αν λέγαμε πως μισούσε τους ανθρώπους. Εκείνο όμως που στην περίπτωση του έφθανε σε δραματική μορφή, ήταν η αποπομπή του από την ίδια την οικογενειακή στέγη. Ο φόβος μετάδοσης στη γυναίκα του και στα παιδιά, της επάρατης ασθένειας, έπνιγε την αγάπη της συζύγου που έφθανε στην τραγική απόφαση της να πάρει το σύντροφο του βίου της και να τον αφήσει έκθετο στις σκάλες του Δημοτικού Νοσοκομείου.
                            Αξιοθαύμαστη ήταν και η κοινωνική οργάνωση των καπνεργατών, με «Αναγνωστήριο», υποτροφίες για φτωχούς μαθητές, με λαϊκά συσσίτια, με μέτρα για την  περίθαλψη των ασθενών κλπ.
                                  Η καπνική οικονομία της πόλης υπέστη τεράστια πλήγματα στις αρχές της δεκαετίας του 1930, την περίοδο της οικονομικής κρίσης: Οι καπνέμποροι βρέθηκαν με αδιάθετα καπνά και τεράστια χρέη, οι καπνοπαραγωγοί μείωσαν  την παραγωγή σχεδόν 50%, ενώ οι καπνεργάτες έφθασαν σε κατάσταση ένδειας και λιμοκτονίας. Η Καβάλα βγήκε από την κρίση λαβωμένη, αφού πολλές επιχειρήσεις είχαν χρεοκοπήσει ή είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Την πρόσκαιρη ανάκαμψη διέκοψε η Κατοχή του 1941-1944 και τα πολιτικά μέτρα για την αποδυνάμωση του καπνεργατικού στοιχείου. Τη χαριστική βολή έδωσαν η στροφή του διεθνούς εμπορίου σε άλλες αγορές και άλλους τύπους καπνών, σε συνδυασμό με τα αντικαπνιστικά μέτρα.
                            Στον καπνό οφείλει η Καβάλα τη μετατροπή της από μικρή τουρκόπολη σε ευημερούσα και κοσμοπολίτικη εμπορική πόλη. Όμως η μονοδιάστατη ανάπτυξη της πόλης και της περιοχής, που βασίστηκε σε ένα μόνο προϊόν, αποτέλεσε και την αιτία της παρακμής της.